| ΤΑ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ |
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την Yao Feng |
| Κυριακή, 08 Φεβρουάριος 2009 22:14 |
|
Πάνω από τα δυτικά βουνά τα αχαμνά γκρίζα σύννεφα του Κορινθιακού έρχονταν τρεχάλα. Ο άνεμος σηκώθηκε με βοή και αναστέναζε μέσα στα κλαδιά των πεύκων και του ελαιώνα. Η Λίμνη είχε πάρει το γκριζοπράσινο χρώμα του φοβισμένου, ασυνήθιστη μετά από οκτώ μήνες ηρεμίας του καλοκαιριού. Ο Μήτσος, το αυτοκίνητο μου, κατηφόριζε αργά τον έρημο δρόμο, σήκωνε συχνά το κεφάλι του και απολάμβανε τη δροσερή γλυκιά μυρουδιά της βροχής που ερχόταν. Το ιππικό των σύννεφων είχε επελάσει αρκετά και μια πελώρια μαύρη φάλαγγα προχωρούσε αργά κατά δω από τη θάλασσα με μπουμπουνητό βροντής.
Ο Μήτσος γυάλιζε απ΄το νερό της βροχής ευχαριστημένος που επιτέλους απαλλασσόταν από τη καλοκαιρινή σκόνη, κι οι κορμοί όλων των δέντρων θαμπογυαλίζανε. Αφήνοντας ο Μήτσος την άσφαλτο, έστριψε αριστερά στον ανηφορικό χωματόδρομο αναζητώντας το στάβλο του. Η μυρωδιά της βρεγμένης γης και της ρητίνης του πευκοδάσους σου άνοιγαν την όρεξη, ενώ τα σύννεφα κυλάγανε πίσω σου από τα δυτικά στα ανατολικά σαν μια μάλλινη γκρίζα κουρτίνα, κι ο ήλιος που έγερνε σπιθοβολούσε πάνω στα βρεγμένα φύλα, λαμποκοπούσε πάνω στο καπό του Μήτσου και γυάλιζε στις σταγόνες που μένανε στη καρδιά των αγριολούλουδων. Μπαίνοντας ο Μήτσος στο κτήμα ποδοπάτησε το μαλακό χώμα και μουγκρίζοντας χαρούμενα μπήκε στο στάβλο του λέγοντας μου. «Και λες ότι είναι τα πρώτα σου πρωτοβρόχια? Καλά δεν έχεις ξαναδεί άλλα. Πέρασες τα εξήντα σου και είναι τα πρώτα σου πρωτοβρόχια που βλέπεις?» « ‘Όχι τα δεύτερα, τα πρώτα-πρώτα τα έζησα στην Ελευσίνα. Το σπίτι μας απείχε 100 μέτρα από τα αρχαία κι'εγώ κάθε μέρα τα απογεύματα πήγαινα και έπαιζα στα αρχαία της Ελευσίνας, Τότε ήταν ξέφραγο αμπέλι, ούτε φύλακες ούτε περιορισμοί. Οκτάχρονο αγόρι τότε, μου άρεσε αυτός ο τόπος. Τα σπασμένα κάτασπρα μάρμαρα, υπόγειες στοές, διάδρομοι που οδηγούσαν στο πουθενά, αλλά με λίγη φαντασία έφτανες ......... Έτσι όπως και τώρα τα συννεφάκια άρχισαν να μαζεύονται σιγά σιγά να σκοτεινιάζει, τα μάρμαρα να γίνονται γκρίζα, κεραυνοί άρχισαν να μουγκρίζουν, ξαφνικός δυνατός αέρας σήκωσε σύννεφα σκόνης. Εγώ αιφνιδιασμένος από το ξαφνικό μπουρίνι τα έχασα, το μόνο που σκεπτόμουν ήταν να τρέξω να φύγω. Σε δευτερόλεπτα οι χοντρές ψιχάλες σαν μαστίγιο κτύπησαν το σώμα μου αναγκάζοντας με να τρέξω να προφυλαχτώ σε μια εσοχή κοντινής σπηλιάς. Εκεί ένοιωσα καλύτερα και ασφαλέστερα όταν, άκουσα μια φωνή, Η φωνή αυτή δεν κατάλαβα τότε από πού ερχόταν, από το βάθος της σπηλιάς από τα σπασμένα αγάλματα από μέσα μου από το υποσυνείδητο η από εμπειρίες παλαιών μετενσαρκώσεων, όπως νομίζω τώρα.
|
